Παρασκευή, 8 Ιουλίου 2016

In the light

Στο όνειρό μου εχθές μ' αγκάλιασες και σ´ αγκάλιασα σφιχτά...και σου είπα πολλές φορές ότι σε αγαπάω και πάλευα να σε δω στο πρόσωπο...γιατί το υποσυνέιδητο ήξερε ότι γρήγορα θα φύγεις αυτή τη φορά.  Όλα άλλαξαν κι όλα ίδια έμειναν από τότε που μου έφυγες.  Προσπαθώ να μας θυμηθώ...να σε θυμηθώ...Τι δε θα 'δινα να σε είχα δίπλα μου αδερφή μου...να τα μοιράζομαι όλα μαζί σου και να ελαφραίνω, να γυρίζω σπίτι και να το νιώθω  σ π ί τ ι...γεμάτο και ζεστό...να περιμένω να κάτσουμε στο κρεβάτι να μιλήσουμε για όλα και για τίποτα, να τσακωθούμε γιατί σου παίρνω τα ρούχα...Τι δε θα 'δινα να με ενοχλεί ο ήχος του βιολιού και του πιάνου στο σαλόνι...που τώρα νοσταλγώ απελπιστικά..να μη με νοιαζει αν θα δω κανέναν άλλο αφού είχα εσένα...Μου λείπει να μη νιώθω μόνη. Και είχα να σε ρωτήσω τόσα πολλά πράγματα...Γιατί δε στα ρώτησα ποτέ; Έμεινα τωρα με την απορία...

Τότε δεν ήξερα οτι δε θα τσακωθούμε άλλη φορα..οτι δε θα ξανακλέψω απ' τα ρούχα σου...οτι θα γίνονταν όλα δικά μου και άχαρα...οτι δε θα ξανακούσω τις μπότες σου μπαίνοντας σπίτι...οτι δε θα με ξαναφωνάξει κανείς με το παρατσούκλι που μόνο εσύ με αποκαλούσες...πως δε θα προλάβω να σου πω οτι σ' αγαπάω, κι ένα συγνώμη για όλες εκείνες τις φορές που είχα άδικο και το ήξερα, κι ένα ευχαριστώ... για 'κεινα τα λουλούδια όταν ήμουν άρρωστη και για τα γέλια μας εκείνο το βραδυ του καύσωνα που κοιμομασταν διπλα διπλα στο παλιό μας σπίτι στην Αθήνα... που ήσουν πρότυπο, που ήσουν φίλη μου, που μ' άφηνες να τρώω τα μούτρα μου..κι ας ήξερα ότι με προειδοποίησες... που με τράβηξες μπροστά για όλη την υπόλοιπη ζωή μου, που μ' έμαθες ποιός είναι Άνθρωπος...Τότε φεύγοντας απ' το σπίτι δεν ήξερα οτι θα 'ναι η τελευταία φορά που σε βλέπω, κι ούτε ήξερα γιατί έλειπα συνέχεια από το σπιτι...νιώθοντας το θανατο να φτάνει...Δε γνώριζα ότι δε θα είχα χρόνο να συζητήσω μαζί σου όλες μου τις ανησυχίες ...κι αυτές και τις επόμενες...κι ότι θα ένιωθα τόσο μόνη εφεξής. Ότι ποτέ πια οι γιορτές δε θα ήταν ίδιες...κι ότι θα με τσιμπούσε η καρδιά μου όταν με ρωτάνε πόσα αδέρφια έχω...Δύο...δύο θέλω να απαντήσω πάντα. Έναν αδερφο...και την καλυτερη αδερφή. Δεν ήξερα οτι δε θα μπορώ να σε πάρω τηλέφωνο όταν θελήσω...κι ούτε πως θα σε δω ασαλευτη, χλωμή μπροστά μου...κι ακόμη πως θα πρέπει να ειδοποιήσω εγώ τον αγαπημένο σου πως έφυγες...Τι πάει να πει έφυγες...τι πάει να πει δεν υπάρχεις.

Μακάρι να σε είχα εδω...τίποτα να μην είχε αλλάξει...Σε νοσταλγώ...Εσύ που έφυγες όμως, έμαθες σε μένα που μαι ακόμη εδώ πως το πρόβλημα είναι ότι νομίζουμε ότι έχουμε αρκετό χρόνο. Όλα είναι ρευστά, δεδομένο δεν είναι τίποτα... Με έμαθες να ζω με την ψυχή μου, να τη χαρίζω διάφανη, να αγαπάω, να συγχωρώ, να δικαιολογώ, να υπομένω, να χαϊδεύω...Μου έμαθες πως είναι δειλό να πληγώνεις, να μην ζητάς συγνώμες και να μη λες τα σ' αγαπώ σου στο όνομα κάποιου εγωισμού... Να χαίρομαι με τα λίγα και τα αληθινά...Γιατί...θυμάσαι τί μου χες πει;... "Κάποια φορά, δε θα υπάρχει επόμενη φορά..."

Παρασκευή, 27 Μαΐου 2016

Βάρδια


  Ήταν στο χαρακτήρα μου, επιστροφές να μην κάνω. Έμενα...δινόμουν ολάκερη....στράγγιζα την ψυχή μου...μέχρι που μου τελείωνα και έφευγα. Και έδινα ευκαιρίες σε ανθρώπους που μπορεί να μην τις άξιζαν, μπορεί να μην τις θέλησαν καν. Τις έδινα απολύτως εγωιστικά...για να έχω ήσυχη τη συνείδησή μου ότι δε φύλαξα από τις αντοχές μου. Ότι τις εξάντλησα κι εξαντλήθηκα και εγώ.... Και κάπως έτσι έσβηνε και το είδωλο απέναντί μου. Εγκλωβισμένη εκούσια σε μια νοσηρή πραγματικότητα, οι σκέψεις αυτές με κατέκλυζαν.

  Η αλήθεια είναι ότι ουσιαστικά νέα σου δεν έχω. Ούτε φωτογραφία σου έχω. Η αλήθεια είναι ότι η ανάμνησή  μου από σένα ξεφτίζει μέρα με τη μέρα. Σα να πολυκαίρισε εκεί κλεισμένη στο συνειδητό μου. Ξεφτίζει από ρεαλισμό, μα διόλου από συναίσθημα. Και θα 'ταν ρομαντικά συγκινητικό να σου πω ότι ξεχνάω τη φωνή σου. Αλλά θα 'ταν ψέμα φριχτό. Τη θυμάμαι καθαρά. Στα αυτιά μου ηχεί ακόμη η φωνή σου σαν το επιδιώξω, σα να σε άκουγα εκ γενετής μέσα μου. Κι όταν περπατώ στο δρόμο, εξακολουθώ να σε ψάχνω με τα μάτια μου, σα να μαι σίγουρη πως κάπου, κάποτε θα φανείς...Κι είναι φορές που νομίζω πως σε βλέπω να χάνεσαι μες το πλήθος... πάντοτε με απογοητεύει αυτός ο άλλος που πάλι δεν ήταν εσύ...
Κι η άλλη αλήθεια είναι πως τα όνειρά μου ταράζονται από 'σενα...ξυπνάω πάντα ένοχη που δεν έχω εσένα στη ζωή μου...Κι ας μην είσαι πουθενα... είσαι παντού.


   Κι ο χρόνος πέρασε, περνάει ακόμη τώρα που στέκομαι απέναντι στην οθόνη σου και σου μιλώ. Και περνάει τόσο άδειος από σένα...αισθητή η έλλειψη του μισού μου κόσμου. Γιατί η σκέψη, οι λέξεις μου, τα χέρια μου, τα μάτια μου, οι εκφράσεις μου, το γέλιο μου, το άγγιγμά μου, ποτέ έκτοτε δεν αφέθηκαν έτσι ελεύθερα όπως μες την φευγαλέα σου αγκαλιά...Κάθε ταίρι δίπλα μου θα ζήλευε αυτό που ήσουν εσύ για μένα.


"Δε χωρίσαμε.
 Μου ΄φυγες, δειλέ."
(Βάρδια, Καββαδίας)

Κυριακή, 19 Οκτωβρίου 2014

(t)here

Κι ας το 'ξερα ότι οι ταινίες ήταν το σκηνοθετημένο γύρισμα ενός προδιαγεγραμμένου σεναρίου, εξακολουθούσα να παραδίνομαι στην πλοκή και να κλαίω με συμπάθεια όταν οι άνθρωποι χωρίζονταν άδικα. ...Σκεφτόμουν αν ήταν τελικά κατάρα να μην μπορείς να πράξεις το οτιδήποτε με μισή καρδιά... να τα ποντάρεις όλα στα ολόκληρα και να πηγαίνεις πάσο στα ελλειμματικά...να παθιάζεσαι άμετρα με εκείνον που ζωντάνευε κάθε σου κύτταρο... επιλεκτικά, ολότελα και εξουθενωτικά...

Κυριακή στο κέντρο της πόλης. Η Κυριακή ήταν πάντα περίεργη ιστορία. Μέρα νωθρή και άχρονη, κάτι ανάμεσα σε ζωή και μελαγχολία... μα πάντα πολλή για έναν. Άφησα να μην ξέρω που βαδίζω, μόνο τα κόκκινα μποτίνια αντηχούσαν στα ερημικά στενά του κέντρου, κάθε τόσο στεκόμουν μπροστά σε μια βιτρίνα. Εξακολουθούσες να λείπεις... Τα πάντα είχαν αλλάξει, εκτός από αυτό. Οι μέρες μου, οι ασφυχτικά γεμάτες, δεν επέτρεπαν φλυαρία στη σκέψη, μα τα σαββατοκύριακα.. ελεύθερα από υποχρεώσεις, επέτειναν το άδειο από αγγίγματα.. από μια καλημέρα αγουροξυπνημένη... από μια μοιρασμένη κούπα ζεστού καφέ...Οι μέρες μου με επέστρεφαν ξανά και ξανά σε σένα... σα να είχε αφημένες εκκρεμότητες το πεπρωμένο μου μαζί σου...

 Σε φανταζόμουν τώρα να παίρνεις τις χαρακτηριστικές σου εκφράσεις... Να χαμογελάς με εκείνη την αφηρημένη έκφραση χαμόγελου, μια μορφή άμυνας της αμηχανίας σου..που καμπυλώνονταν αμυδρά στις άκριες των χειλιών σου... Κι άλλες φορές να χαμογελάς τόσο αλλιώτικα, σπάνια και αληθινά...άλλαζε ολότελα η όψη σου τότε, θυμάμαι... Να με κοιτάς με την άκρη των ματιών σου στο σκοτάδι... Να συνοφρυώνεις τα φρύδια και να γουρλώνεις περισσότερο τα μάτια, όταν με άκουγες με προσοχή... Να κλείνεις τα μάτια και τα ρουθούνια σου να εισπνέουν δυνατά τη στιγμή... λες κι οι αναμνήσεις σου είχαν μυρωδιά... Μ' ένα δικό σου τρόπο να λες το ναι... Nα κρύβεις ένα παιδί που λαχταρά την αγκαλιά, πίσω απ' το αντρικό σου πρόσωπο, το αρμονικό.

Τράβηξε τώρα λίγο καπνό απ΄ το τσιγάρο σου... Όταν εκπνέεις, άκου την εκπνοή σου που 'ναι για δυο... Άφησέ μου λίγο χώρο στη νύχτα σου και το πρωί στάσου απέναντι στον ήλιο και γύρνα να δεις αν η σκιά σου είναι μόνη... Περπάτησε στην πόλη, βρες τα βήματά μου... Και έλα και δώσε μου ένα σωστό φιλί.

Πέμπτη, 9 Οκτωβρίου 2014

Half a heart

                                           
     Δεν είναι το παρελθόν σου που ζηλεύω, είναι το μέλλον σου χωρίς εμένα.

Παρασκευή, 5 Σεπτεμβρίου 2014

να σε χαζεύω

"Πόσο θα' θελα τώρα να φεύγαμε μαζί..
Να πάρουμε το αυτοκίνητο και να εξαφανιστούμε..
Εσύ να οδηγείς κι εγώ να σε χαζεύω..
Να είσαι προσηλωμένος στο δρόμο και εγώ τεμπέλικα να μισοκλείνω τα μάτια 
και να σε σκανάρω από πάνω μέχρι κάτω..
Από το πρόσωπο..το προφίλ σου..τα χείλη σου..
Και από τα χείλη σου να γκρεμίζομαι στο στήθος σου..
Να γυρνάς και να με κοιτάς για δευτερόλεπτα..Και να αναρωτιέσαι τι σκέφτομαι..
Ποτέ δεν φανταζόμουν πόσο πολύτιμο είναι να μπορείς να παρατηρείς κάποιον..
Όχι να τον συναντάς ή να του μιλάς..Απλά να τον κοιτάζεις… με την άνεση σου.. 
Να αφεθείς στην εικόνα του και να μπορείς να αφιερώσεις ώρες να τον χαζεύεις.. 
Να δεις όλες εκείνες τις μικρές λεπτομέρειες σε κάθε χιλιοστό που υπάρχει επάνω του..
Αυτό θέλω..Αυτή τη θέα..Μπορώ; Μπορούν να σε χαρούν τα μάτια μου για ώρες;
Δεν θα κάνω τίποτα..Δεν θα σε αγγίζω..Δε θα σου μιλώ..Μόνο θα κοιτάω..
Να φυλακίσω κάθε λεπτομέρεια σου στο μυαλό μου..Αυτή τη θέα θέλω...
Και θέλω να έχει και μουσική.. από εκείνες που σε κάνουν να κλαις..
Και θέλω να έχει και άρωμα.. το δικό σου άρωμα..
Και μετά μπορώ να κλείσω τα μάτια μου.. Χωρίς καμία έγνοια..
Γιατί θα σ΄ έχω πλάι μου..
Και θα έχω μάθει όλες εκείνες τις απαντήσεις που θέλω να μάθω..
Και δεν θα πονάω.. Ούτε θα φοβάμαι.. Γιατί θα σ' έχω πλάι μου...
Αναρωτιέμαι μέχρι που φτάνουν οι αντοχές.. 
Αυτή τη θέα όμως θέλω να τη δω..."

Να σε χαζεύω, Μ. Στύλου

Τετάρτη, 30 Απριλίου 2014

Χαμαιλέων

Σε διαλέγει o άλλος πρώτος.
Καταλήγεις να τον διαλέγεις εσύ.
Στο όνομα μιας κάποιας διαφορετικότητας.
..Ικανοποιεί υπέροχα την ανάγκη σου για θαυμασμό.
Μια μέρα παύει.

Βλέπεις, ο έρωτας δεν είναι είδος χονδρικής...

-Είσαι ξεχωριστός.
-Είμαι αυτό που θέλουν τα μάτια σου να είμαι.



-

Πέμπτη, 27 Μαρτίου 2014

άλικα βράδια

      H βραδιά ξεπερνούσε την ανοιξιάτικη, ήταν σχεδόν καλοκαιρινή…το τέλειο άλλοθι ανησυχίας κι έξαψης. Το χλιαρό νερό κυλούσε στην πλάτη της, τη χαρτογραφούσε ατημέλητα και προσωρινά,  σχημάτιζε ρυάκια διαδρομής μέχρι τις φτέρνες και τη χαλάρωνε…Τυλίχτηκε με το φρεσκοπλυμένο της μαλακό μπουρνούζι, τι θαλπωρή,  και ξυπόλητη οδηγήθηκε στην κρεβατοκάμαρα, αφήνοντας πίσω της υγρά αποτυπώματα πελμάτων. Το λάτρευε να περπατάει ξυπόλητη χειμώνα καλοκαίρι. Τα χείλη της χαμογέλασαν πονηρά…σε κάποια άλλη ζωή, θα έπρεπε να ζούσε μποέμικα!  Αν δεν την εμπόδιζαν αυτές οι κοινωνικές συμβάσεις για..  ώρες κοινής ησυχίας και η διαγωγή που είχε από τη μάνα της, θα θελε να βάλει στη διαπασών το τραγούδι του ισπανού που της είχε καρφωθεί στο νου και να κάνει τη δεύτερη φωνή, ξεφωνίζοντας παράφωνα, δίνοντας μια μικρή ιδιωτική παράσταση σκαρφαλωμένη στο κρεβάτι, αυτή κι ο απελευθερωμένος εαυτός της!
     … Τι φοράνε πάλι; Κάθε γυναίκα που σέβονταν τον εαυτό της είχε επαναλάβει τη φράση αυτή αρκετές φορές στη ζωή της, όρθια μπροστά σε μια ντουλάπα υπερχειλισμένη, με μια δόση αγανάκτησης. A,να! Απόψε θα φορούσε, πάνω από το μαύρο δαντελένιο σετ, αυτή τη φούστα τη λίγο αέρινη που συνόδευε πιστά κάθε της κίνηση… την ταίριαξε με στενό ημιδιαφανές λευκό πουκάμισο…και μια ζώνη ψηλά στη μέση. Τόνιζε υπέροχα τις γυναικείες της καμπύλες. Και τέλος τα παπούτσια…Στάθηκε αναποφάσιστη ανάμεσα στα ανοιχτά φύλλα της ντουλάπας, μύρισε το γνήσιο αφόρετο δέρμα. Τα μάτια της περιπλανήθηκαν με λατρεία στα παρατεταγμένα ζεύγη των ψηλοτάκουνων παπουτσιών της… Ήταν ο θησαυρός της, το κρυφό της φετίχ.. Τα είχε όλα, ένα ένα, ποθήσει πριν τα αποκτήσει. Λίγα τα ζευγάρια σε αριθμό…αλλά η σχέση της με καθένα από αυτά ήταν κατά κάποιο τρόπο ερωτική… τη μαγνήτιζαν, ανεξήγητα την έλκυαν παράφορα, αμοιβαίο πλησίασμα…έπρεπε να τα κάνει δικά της. Από τη βιτρίνα αναγνώριζε εκείνα που ταίριαζαν γάντι στο πόδι και την προσωπικότητά της, και σαν οτιδήποτε απαγορευμένο, ποτέ μα ποτέ δεν της ήταν αρκετά. Στάθηκε αναποφάσιστη για μερικά δευτερόλεπτα ακόμη…. Αυτά! Τα αγαπημένα της…Τα φορούσε σε εξαιρετικές περιπτώσεις, όταν η γυναίκα ξεχείλιζε από μέσα της…τα μαύρα δερμάτινα ιταλικά πέδιλα, με το ψηλό και λεπτό στιλέτο τακούνι, τη διακριτική λεοπάρ λεπτομέρεια, τα περίτεχνα λουράκια που κατέληγαν γύρω από τον λεπτεπίλεπτο αστράγαλό της... Θέμα ισορροπίας δεν υπήρχε. Μόλις και το δεύτερο λουράκι αγκάλιαζε το δέρμα της, γίνονταν προέκταση του ποδιού της…οι γάμπες κι οι σφιχτοί  μηροί της σμηλεύονταν σε κάθε βήμα… ο επιβλητικός ήχος δήλωνε θηλυκή παρουσία… προπορεύονταν η εντύπωση της όψης και απαιτούσε την προσοχή.
    Κοιτάχτηκε ικανοποιημένη μια τελευταία φορά στον καθρέφτη, προαιώνια ενστικτώδης συνήθεια του γυναικείου φύλου. Έλυσε τα μακριά μαύρα μαλλιά της.. χύθηκαν ελεύθερα σα χείμαρρος στην πλάτη της.. Λίγο άρωμα…από αυτό που φορούσε χρόνια.. χαμηλά στη βάση του λαιμού.. και στα μαλλιά, να το εκπέμπουν οι πόροι του δέρματος σε κάθε κίνηση.. σε κάθε έκκριση.. σε κάθε πέρασμα και σε κάθε πλησίασμα… να υπνωτίζει τις μύτες των ανδρών, να αφυπνίζει τις αισθήσεις τους, να ξυπνάει θύμησες… Δεν ήταν πια το κοριτσάκι των φοιτητικών της χρόνων. Ήταν γυναίκα…με χείλη σαρκώδη μπορντό και  με βλέμμα διαπεραστικό και επίμονο… Η ματιά της κάρφωνε… έγδερνε… έλκυε… απωθούσε… παρέσυρε…έλαμπε… αγκίστρωνε και αγκιστρώνονταν… Αν μη τι άλλο αντανακλούσε το πάθος της…Πάθος για καθετί. Για εκείνον. Για τη ζωή. Για τη στιγμή. Το έβλεπε κανείς στις εκφράσεις του προσώπου της, στον εγκάρδιο χαιρετισμό της, στο ειλικρινές χαμόγελο, στον αυθορμητισμό, στις έντονες κινήσεις της όταν μιλούσε, στον τρόπο που έμπαινε σε ένα χώρο και τον έκανε δικό της…Και το αντανακλούσε παντού αυτό το πάθος, αλλά το χάριζε μόνο σε εκείνους που της το καθρέφτιζαν. Αυτό θαύμαζαν και φοβόνταν πιο πολύ οι άντρες πάνω της, αυτό λάτρευε εκείνος σε αυτή.  Ήταν γυναίκα και κοριτσάκι μαζί... Άφηνε να δείχνει ότι ακολουθεί τη βούληση των άλλων, αλλά ήξερε πολύ καλά να έχει τον έλεγχο. Ήταν ευγενική, υπάκουη και βολική, και την αμέσως επόμενη στιγμή γίνονταν δυναμική, ατίθαση και ανυπότακτη.
    … Η πόρτα έκλεισε πίσω της με θόρυβο.

[συνεχίζεται]