Κυριακή, 15 Ιουνίου 2008

Ανάσα...


Εκείνη η φυλακή...
τι σου είχα πει ότι φυλάκιζε; Πυξίδες, μίλια και διαφορές; Ανέμους, χάρτες και στιγμές; Καράβια, ανθρώπους και φυγές; Πόσο γελάστηκα...Το είδα σε μια νύχτα μέσα καθαρά. Φωτεινή μαρμαρυγή. Έφτασε μόνο να δω τον εαυτό μου μέσα από τα δικά σου μάτια.
Ένα παράθυρο ήταν...
Τα κάγκελα που τα είδα; Κι από όλες τις λέξεις μου, κράτησα μόνο τα πανιά και τις άγκυρες, και το Σταυρό του Νότου... Μ' αρέσουν. Όποιο χάρτη και να κρατάς, οι δρόμοι δεν αλλάζουν, μόνο οι προορισμοί. Εμείς διαλέγουμε και πάλι. Βρήκα πάλι το ρυθμό της ανάσας μου... Ταξίδι χωρίς απόσταση ήταν.

Σου έχω φυλάξει τη θέση δίπλα μου, σ' εκείνο το παγκάκι κάτω από τα δέντρα.
Με πας ή σε πάω εγώ ψηλά; Δεν μπορώ να ξεχωρίσω, κι αυτό μου αρέσει. Ότι δεν χρειάζεται να ξεχωρίσω. Πάμε μόνο μαζί.
Σου μιλώ για εκείνο τ' όνειρο. Να πηγαίναμε, λέει, σ' ένα φάρο, να καθόμασταν κάτω, ν' ακουμπούσαμε την πλάτη μας στον υγρό τοίχο, ν' ακουμπούσα πάνω σου. Να κοιτάω μια τη νύχτα, μια τη θάλασσα και δυο εσένα. Να με κοιτάς κάθε που θ' ανάβει το φως, να με κρατάς πιο δυνατά κάθε που θα σβήνει....

Φεύγω από εδώ. Κοιτώ τη θέση δίπλα μου. Πότε έφυγες; Κι εγώ μιλούσα μόνη μου...