Τετάρτη, 23 Ιουλίου 2008

Τα λιμάνια της ζωής μας


Θυμάμαι καθαρά..το δρόμο του φεγγαριού πάνω στη θάλασσα, μια καλοκαιρινή νύχτα πανσέλινη. Δρόμος πλατύς, φωτεινός. Δυο φοίνικες στέκονταν ακριβώς μπροστά του. Ανάμεσα σε παλάτια και δρόμους ιπποτών γλίστρησα και ρούφηξα με μερικές μόνο ματιές τις εικόνες. Και τις φύλαξα. Να τις θυμάμαι. Όταν οι άλλοι δρόμοι θα σβήνουν, εγώ θα παίρνω αυτόν του φεγγαριού πάνω στη θάλασσα... Πλατύς και φωτεινός. Και τον νοιώθω τόσο οικείο. Σα να τον έχω κιόλας περπατήσει νύχτες σκοτεινές. Mόνη.

Ήθελα να χω ένα μικρό σπίτι στη θάλασσα. Με μικρά παράθυρα γαλάζια, ν' ανοίγουν, να μετρώ την απόστασή μου από τον ουρανό και τον ορίζοντα, να μου χαιδεύει ο μπάτης τα μαλλιά. Μ' ένα κρεβάτι σιδερένιο, μ' αστερίες και καδράκια μικρά στους γαλάζιους τοίχους. Παλιομοδίτικα βαζάκια στα περβάζια γεμάτα λουλούδια. Με βιβλία κάθε λογής στοιβαγμένα στο ξύλινο πάτωμα. Mε μικρά φαναράκια για κεριά, με διάθεση γαλάζια... Και τόσο μικρό που να χωράει μονάχα έναν... ή δυο μαζί σε μια φιγούρα, σε μια ύπαρξη, μαζί. Kανέναν άλλο.

Όνειρα... Αλκοολικά, παράνομα.

"Το λιμάνι της Ζωής μου", διαβάζω και κάθε τόσο σταματώ και σκέφτομαι. Τα φτάνεις κάποτε αυτα τα λιμάνια; Kαι πώς άραγε εννοεί ο καθένας το δικό του λιμάνι; Η αγάπη έκανε το θαύμα της, δούλεψα κι εγώ σκληρά, έδεσα τα φαντάσματα της αυτοκαταστροφής και τα σέρνω πίσω μου, να μην τα βλέπω, μήτε να τ’ ακούω. Δε θα αφήσω άλλο να επηρεάζουν τη ζωή μου. Μήτε φοβάμαι μη χαθώ, ξέρω τώρα πως το λιμάνι του ο καθένας μέσα του το κουβαλά, διαβάζω. (Ζοέλ Λοπινό)

Ήχοι απομακρύνσεων με φτάνουν.

Πέμπτη, 10 Ιουλίου 2008

Κάποτε...


Πλησίασε με βήματα νωχελικά, στο ξύλινο τραπεζάκι. Άνοιξε το μουσικό κουτί. Μια μελωδία την αγκάλιασε. Οικεία. Σα να γνωρίζονταν από παλιά.

-Πιάσε το χέρι μου, της είπε, και την τράβηξε αμέσως προς κόσμους αλλιώτικους.

Πήρε στα χέρια της

ένα σκονισμένο κουτί, μπορντώ, βελούδινο, με χρυσό κούμπωμα. Φωτογραφίες...Ασπρόμαυρες φωτογραφίες ξεχύθηκαν. Έτρεμαν κι αυτές μαζί με τα χέρια της. Την τρόμαζαν. Δεν ήξερε γιατί. Το φτιασίδι στο πρόσωπό της άρχισε να τρέχει μαζί με τα δάκρυά της. Αναμνήσεις, κοσμήματα μιας άλλης εποχής την βάραιναν.

Κι η απουσία του...

Οι αχτίδες του ήλιου έπεφταν πάνω στο μεγάλο ρολόι του τοίχου. Άφησε τις βαριές κουρτίνες να κλείσουν. Δεν άντεχε το φως. Δεν άντεχε το χρόνο. Όχι σήμερα.

Το κουτί έπαιζε. Της το είχε χαρίσει εκείνος. Το είχε αφήσει ανοιχτό πάνω στο ίδιο τραπεζάκι, και την αγκάλιασε για να χορέψουν. Ακόμη ένιωθε το χέρι του στη μέση της, την ανάσα του στο μάγουλό της, το άρωμά του.

Έκλεισε τα μάτια της και αναπολούσε. Το καρουζέλ εκείνο στην πλατεία, άρχισε να γυρίζει στις θύμησές της. Μόνο που τώρα δεν μπορούσε να διακρίνει τα πρόσωπα. Μόνο σκιές. Αερικά. Όπως κι αυτός. Σαν να μην είχε υπάρξει ποτέ, σα να τον είχε ζωγραφίσει ο νους της. Μα όχι...Εκείνο το κουτί, απόδειξη των νιάτων της και της ευτυχίας της. Απομεινάρι.

Σηκώθηκε. Πλησίασε το κουτί. Το έκλεισε απαλά, σχεδόν ευλαβικά. Κούρδισε το μεγάλο ρολόι του τοίχου, άνοιξε τις κλειστές κουρτίνες, τακτοποίησε τις ασπρόμαυρες φωτογραφίες και κοιτάχτηκε στον καθρέφτη. Τι άλλο να δει, παρά εκείνον.


Χάρη στο τραγουδάκι που μου χάρισες...


Παρασκευή, 4 Ιουλίου 2008

Deroulement infini

Σου 'χει τύχει να φτάσεις στο μώλο και το καράβι σου να 'χει φύγει δέκα χιλιάδες μίλια ταξίδι, να 'χει νυχτώσει, να πέφτει ομίχλη στο ποτάμι, να 'σαι τρεις ώρες μακριά από το προξενείο σου; Στην τσέπη ούτε μια πένα, το πακέτο αδειανό. Είναι το πιο βαρύ θαλασσινό κρίμα. Για χρόνια σε δείχνουνε με το δάχτυλο..."Εκειός που 'χασε τότε το καράβι του στην..."

Το δάχτυλο, το νοιώθω πάνω μου.
Με δείχνει;
Έφτασα αργοπορημένα στο μώλο.
Ναι...
Τ' άκουγα το σφύρηγμα, να πεις πως δεν το άκουγα;
Κάλεσμα.
Ξεκινούσα για το μώλο..στην πορεία γύριζα πίσω.
Και τώρα..τώρα μόνο έφτασα.
Καθρέφτης το πρόσωπό μου, δέκα χιλιάδες κομμάτια, άδεια θάλασσα το σακατεμένο είδωλο.
Και δεν είμαι ούτε πλήρωμα, ούτε επιβάτης, ούτε επισκέπτης.
Το καράβι δε με αναγνωρίζει πια.
"Εσύ που 'χασες το καράβι τότε..."
Το είδα μόνο να μπερδεύεται με τη γκρι νύχτα.

Το αρχικό απόσπασμα είναι απο τη Βάρδια του Καββαδία.

Τρίτη, 1 Ιουλίου 2008

Heart's paths



" Γενικά πρέπει να συζητάς πολύ με την καρδιά σου για να καταλάβεις το μονοπάτι που θέλει να ακολουθήσεις και για να καταλάβει το μονοπάτι που πρέπει να σε βάλει να ακολουθήσεις."

Μου το 'χες πει...εκείνο το βράδυ, βιαστικά.
Δεν πρόλαβα τίποτε να πω.
Είχες δίκιο...