Δευτέρα, 27 Οκτωβρίου 2008

Της σιωπής ο πλούτος


Δεν τη συνήθισα τη νύχτα που αιφνίδια μεγάλωσε, κι ας ήταν για να πνίξει στο σκοτάδι όσα δεν άντεχε η μέρα. Όμως, το νέο βάρος της νύχτας ποιός θα το σηκώσει; Έμεινε σε μας χρέος. Στα σκοτάδια να πορευόμαστε, κοινή η μοίρα, αποφασισμένη με μια σιωπηρή συγκατάθεση. Κι είδα στα μάτια μου κι εγώ όλο το φως κι όλο το σκοτάδι. Όλο το σκοτάδι...όλο...Τίποτα δε φαινόταν από πίσω, μάτια κενά. Μήτε κι εγώ η ίδια δεν είδα κάτι μέσα τους. Κι οι σύντροφοι μ' είχαν τρελάνει με θεοδόλιχους εξάντες πετροκαλαμήθρες και τηλεσκόπια που μεγάλωναν πράγματα—καλύτερα να μέναν μακριά, κούνησα καταφατικά το κεφάλι στο Σεφέρη.


Έχω ρίξει μες τ' άπατα μιαν ηχώ του Ελύτη, να μου συμπαραστέκεται το άδειο κάθε που μόνη μου μιλώ.

Το σκοτάδι στέγνωσε.

Σάββατο, 25 Οκτωβρίου 2008

Σ' ένα όνειρο που πάντα χάνω όταν ξυπνώ


Χτες βράδυ, η πρώτη βιτρίνα με χριστουγεννιάτικα, εκεί κάπου σε μια μικρή πλατεία.
Στάθηκα.
Μουσική ακούγονταν.
Για λίγα δευτερόλεπτα ήταν ήδη Χριστούγεννα.
Μελαγχολία, ανάκατη με χαρά.
Για λίγα μόνο δευτερόλεπτα.

Παρασκευή, 17 Οκτωβρίου 2008

When I don't believe in love nothing is real for me


Κάποιες απαντήσεις συνάντησαν τα γιατί μου. Όχι πολλές, μα αρκετές για να αλλάξουν την πορεία της σκέψης. Μια ριπή κρύου ανέμου εισβάλλει στο χώρο και με παγώνει. Με καθηλώνει στο παρόν. Άλλαξε η οπτική μου. Και πόσα μένουν ακόμα για να μάθω... Σα να έχω ένα παζλ με 100 κομμάτια, κι εγώ έχω μόνο μερικά του κέντρου, και μια γωνία. Απαίτηση πάνω της να στηριχτώ να συνθέσω το παρόν, το παρελθόν. Ένα μέλλον.

Δεν άλλαξα. Η διάθεσή μου, ναι. Ηρέμησε και χαμογέλασε, ύστερα πέταξε σαν παιδί τα σκεπάσματά της, σα να βαρέθηκε την αδράνεια της ηρεμίας, και βγήκε ξανά στο δρόμο να ανησυχήσει, να ψάξει, να αναζητήσει. Θα φταίει κι αυτή η αρρώστια που με κρατά ξανά μέσα στο σπίτι. Μ' αναγκάζει να στροβιλίζομαι σε ό,τι έχω αφήσει κενό και αναπάντητο μέσα μου. Θύμωσα στη σιωπή, ύστερα την άφησα κι αυτή στην ησυχία της, της γύρισα την πλάτη- με λύπη-, κι απομακρύνθηκα.

Χτές βράδυ, έπαιξα με χρώματα. Τα ανακάτεψα. Δοκίμαζα μακιγιάζ. ΜΕΤΑΜΦΙΕΣΤΗΚΑ. Σκούρα βερνίκια στα νύχια, μαύρα μάτια με έντονες γραμμές. "Επιθετική", τιτλοφορήθηκε το έργο. Έπιασα να τα σβήσω όλα από πάνω μου, μουντζούρες. Κρέμασα το ρόλο μου στην ντουλάπα για άλλο βράδυ. "Επιθετική", ακούς; Δεν ήμουν. Δε θα 'μαι. Κι όμως εμένα μ' άρεσε. Σκληρά μάτια. Μα ψεύτικα. Κράτησα το σκούρο βερνίκι, να μου θυμίσει το επόμενο πρωί λίγο από σκληρότητα, λίγο από δυναμισμό.

Κρέμασα πάνω από το στρώμα μου μια ασπρόμαυρη φωτογραφία, μεγάλη σε πλάτος. Μέσα της τα ήσυχα νερά μιας θάλασσας, πάνω τους μια ξύλινη βάρκα, σε γαλήνια ισορροπία. Έμοιαζε τόσο εύθραυστη. Ξεχείλιζε από το χαρτί, σχεδόν ήμουν μέσα της. Άθελά μου, είδα σ' αυτή εκείνη την παλιά βάρκα του Γιώργη, που πηγαινοέρχονταν στη Σπιναλόνγκα, το νησί των λεπρών ( από το βιβλίο Το Νησί). Εκείνη η βάρκα όπως τη σχημάτισα στη φαντασία μου, έμοιαζε τώρα τόσο πολύ μ' αυτή που είχα μπροστά μου. Πηγαινοέρχονταν στο νησί, να μεταφέρει ανθρώπους, μα πιο πολύ κουβαλούσε καρδιές κι αισθήματα.
Έγινε δική μου τώρα, να με πηγαινοφέρνει σε όνειρα ξυπόλητα.

Ήθελα πολύ να ήμουν από την απέναντι μεριά. Μπορεί και όχι.