Τρίτη, 9 Δεκεμβρίου 2008



- "We don't need to have a plan", είπε.

Την περιεργάστηκα για μερικά δευτερόλεπτα, ύστερα έστρεψα τα μάτια στο παράθυρο και την άφησα να μιλάει.

-"Τη μέρα εκείνη είχε λίγο περισσότερο κρύο. Τι ανακούφιση... Περπατούσα στον άδειο δρόμο μόνη μου....σχεδόν έτρεχα.
Από καιρό περπατούσα...
Απο καιρό στον άδειο δρόμο...
Από καιρό μόνη μου...
Ένα ποδήλατο πέρασε δίπλα μου σ' ένα εύθυμο ρυθμό και με χαιρέτησε. Το χαιρέτησα κι εγώ δειλά. Ο ρυθμός εκείνος ήταν τόσο ξεχωριστός, τόσο διαφορετικός από το κρύο, από το δικό μου ρυθμό.
Γύρισα στο σπίτι. Από εκείνον τον ίδιο άδειο δρόμο, πατώντας πάνω στα ίδια βήματα που με είχαν πάει σε εκείνον τον περίπατο, σαν ξόρκι που το λες ξανά και ξανά, μήπως και πιάσει. Άνοιξα την πόρτα νωχελικά, κλείδωσα ασυναίσθητα. Πλησίασα το διπλοκλειδωμένο συρτάρι μου. Ξεκλείδωσα μια, ύστερα και δεύτερη. Γέμισα τις χούφτες μου με εκείνα τα άσπρα κ ο χ ύ λ ι α, τα κούφια, τα ακατοίκητα, πλησίασα στο παράθυρο και τα σκόρπισα μακριά. Το μόνο που ακούστηκε ήταν ο ήχος τους πάνω σε κάτι ξ ε ρ ο λ ι θ ι έ ς, άτσαλες κατασκευές που είχα χτίσει κάποτε για μερικά ξηλωμένα όνειρα.
Εκείνος ο εύθυμος ρυθμός στριφογυρνούσε στο μυαλό μου. Αποβραδίς σχεδίασα να ακολουθήσω ξανά τον ίδιο δρόμο. Εικοσιτετράωροι αιώνες πέρασαν μέχρι να ξαναδώ τις ροδιές πάνω στο ποτισμένο χώμα, κάθε φορά όλα και πιο βαθιές.
Εκείνη τη νύχτα ξάπλωσα αφήνοντας μια καραμέλα να λιώσει στο στόμα, αφήνοντας το σ ε λ η ν ό φ ω ς να λιώσει την ψυχή μου. Ο χρόνος κυλούσε, μα κυλούσε κι από μέσα μου αυτή τη φορά. Με ακουμπούσε , με αποπλανούσε τα βράδια."

Με τα δάχτυλα χάζευα ένα κατακόκκινο Αλεξανδρινό ακουμπισμένο με επιμέλεια πάνω στο πιάνο.

-"Το είχα αγοράσει εκείνο το πρωινό", είπε σπάζοντας τη σιωπή με μια ανείπωτη γλύκα στη φωνή της. " Ένιωθα έντονα την ανάγκη να βγω έξω. Ντύθηκα και βρέθηκα σαν τουρίστας στα ανεξερεύνητα στενά της πόλης. Πόσο ομορφιά τόσο κοντά...Κάπου εκεί ανακάλυψα ένα μικρό ανθωπολείο, στ' αλήθεια μια τρύπα. Αγόρασα αυτό το Αλεξανδρινό, χαμογέλασα στην καλή κυρία, κι αυτή μου το ανταπέδωσε χαρίζοντάς μου ένα ροζ τριαντάφυλλο. Χαμογέλα...το χαμόγελο σε σένα θα γυρίζει πάντα...μεγαλύτερο απ' ότι το έδωσες. Τότε ήταν που άκουσα τη φωνή του. Θυμάμαι να χαζεύω τα σύννεφα στην αγκαλιά του, να γελάω σαν παιδί, να κάθομαι σε μια ξύλινη βεράντα και να μιλάω για όλα. Σα να με είχαν τρυπήσει όλα τα α δ ρ ά χ τ ι α του παλατιού μου, είχα πέσει στον ύπνο το βαθύ της Ωραίας Κοιμωμένης, με το πιο πλατύ χαμόγελο στα χείλη ζωγραφισμένο. Όχι, εγώ δεν ήθελα να ξυπνήσω."
"Ξέρεις," είπε διστάζοντας, "καμιά φορά σκεφτόμουν να αμπαρώσω με ένα σ ύ ρ τ η τη χαρά να μη μου φύγει μακριά. Καλύτερα που δεν το έκανα. Κατάλαβα έτσι πως τη χαρά μόνοι μας τη δημιουργούμε, από μέσα μας, την αφήνουμε ελέυθερη και την βλέπουμε φωτεινή αντανάκλαση σε κάθετί γύρω μας.
Να δίνεις, κι ύστερα να παίρνεις, έτσι μόνο θα ζωγραφίζεις στη ζωή σου, ύπαρξη ολοκληρωμένη, ανεξάρτητη από τον άλλο. Μόνο έτσι θα μπορέσεις να βρεις και να χαρίσεις την πλήρωση."

Γύρισε με κοίταξε και έκλεισε πονηρά το μάτι, να επισφραγίσει τη σιωπηρή συμφωνία μας.



Μερικές λέξεις είχα χαρισμένες από τη melian να γράψω κάτι. Τις πήρα, τις ανακάτεψα..πολυ περισσότερο τις χάρηκα.
Στις λέξεις.......μoβ-θαλπωρή-αραχνούφαντος-λειψοφεγγαριά...........αν θέλουν μπορούν να δώσουν πλαίσιο το asteraki, ο dorian, o ναυαγός στο γαλάζιο, η chrisa, κι όποιος άλλος θέλει.