Τρίτη, 26 Νοεμβρίου 2013

Black it is...

Η Ελιάζαρ αγκάλιασε και με τα δέκα δάχτυλα- χωρίς να στερήσει αυτή την ηδονή από κανένα- τη ζεστή κούπα του καφέ, περιέφερε το κουταλάκι μιάμιση στροφή στο σκούρο υγρό-όχι πως έβαζε ζάχαρη,πάντα σκέτο έπινε τον καφέ της, αγαπούσε την ιεροτελεστία αυτή-, το τίναξε  χτυπώντας το μηχανικά 2 φορές στη φίνα πορσελάνη, τον έφερε κοντά στη μύτη της, ο αχνός ύγρανε τα ρουθούνια της....γερή εισπνοή, έκλεισε μάτια, άρωμα καφέ... Τον ακούμπησε νωχελικά πάνω στο τραπεζάκι καρυδιάς και παρέδωσε το κορμί της να κουμπώσει πιο αναπαυτικά στην καφέ δερμάτινη πολυθρόνα δίπλα στο τζάκι. Η πρώιμη νύχτα του χειμωνιάτικου απογεύματος επέτρεπε στη σάλα της μια σκοτεινιά, που τόσο αποζητούσε. Έξω ακούγονταν ο ήχος των βημάτων  πάνω στο πλακόστρωτο, άλλα μακρόσυρτα, άλλα βιαστικά, τα περισσότερα, έτρεχαν να προλάβουν τη μοίρα τους...κι ο ήχος των ξύλων στο τζάκι, καταπιεσμένα ξεφυσούσαν τον αέρα που δε χωρούσαν μέσα τους απότομα και νευρικά, την ίδια αγανάκτηση λες κι ένιωθαν με την κυρία του σπιτιού- κι αυτές οι λευκές στρογγυλές πέρλες στο λαιμό...πόσο την βάραιναν...σα μολυβένιες σφαίρες...λες και το βάρος    των αναμνήσεων, επισκίαζει το βάρος των φυσικών υλικών. Κι η Simone ακούγονταν από το βάθος εύθραυστα και νοσταλγικά...Black is the colour of my true love's hair....οι φλόγες υπνώτιζαν το βλέμμα της. Το φως τους έπαιζε με τις σκιές στους πέτρινους τοίχους, απομακρύνονταν, πλησίαζαν, ενώνονταν, υψώνονταν,σχήματα και υφές στους τοίχους. Το ηλεκτρικό φως κάνει την πραγματικότητα τόσο ελεατική, το βάζο είναι βάζο, κι είναι πάνω στο τραπέζι, που είναι τραπέζι, κι η κορνίζα απλή κορνίζα, κι η φωτογραφία του Κάλαρ, μια απλή μονοδίαστατη φωτογραφία, στάσιμη. Η νύχτα έδειχνε πορώδης στις φλόγες...το σπίτι κινούνταν, ψιθύριζε, σκιές στους τοίχους, στο ταβάνι,  χόρευαν...θεέ μου...θυμήθηκε...τότε που οι ανάσες τους έμπλεκαν, οι ματιές υγραίνονταν, τα δάχτυλά του ανεπαίσθητα (πόσο αισθητά για αυτή)  άγγιζαν τη μέση της, τα δικά της στον αυχένα του (λυσσούσε να τα γλιστρήσει στα αρρενωπά μαλλιά του), οι κινήσεις συγχρονίζονταν, τα κορμιά τους ηλεκτρίζονταν, το ένιωθαν κι οι δύο, ο άλλος κόσμος χάνονταν....χόρευαν....black is the colour of my true love's hair....

Πέμπτη, 14 Νοεμβρίου 2013

Κάθεσαι κοντά μου- και τόσο μακριά.
(Μου) μιλάς, τα χείλη σου πάλλονται, δε σ´ ακούω. Έμμονα κοιτώ τα αντρικά χέρια σου, καλοσχηματισμένα, όπως εσύ.. Τόση ενέργεια στο κοίταγμά μου, θα μπορούσε αλήθεια να τα κινήσει προς το μέρος μου. Ένα χάδι, το λαχταρώ.  Αλλά εσύ δίνεις σε όλους, σε κανέναν δε δίνεσαι. Δανείζεσαι τις νύχτες  και σε παίρνεις πίσω αυτόβουλα. Μετεωρίζεσαι στο ´τώρα´ σου, ανάμεσα σε ένα εξιδανικευμένο ´πριν´ και κάτι οιωνούς για το ´μετά´. Περίπου νιώθεις.. περίπου χαμογελάς..περίπου ζεις.  Και μένω επαίτης του αυτονόητου, ενός χαδιού. Γιατί εγώ -καταδίκη-, το νιώθω μόνο απ´τα δικά σου χέρια, οι αισθήσεις μου επιλεκτικά λειτουργούν. Τι  έγραφε εκείνος ο ποιητής για ´μάταιη μοναχική υποταγή´...
Μαζεύω άτσαλα το βλέμμα μου και τη λαχτάρα μου για αυτά που τα χέρια σου κι εσύ  δε μου δίνεις.
Πόσο όμορφος έισαι, δε σε χορταίνουν τα μάτια κι η ψυχή μου... Πώς θα μπορούσαν;

Πέμπτη, 7 Νοεμβρίου 2013

Κι όταν ξάπλωνε το βράδυ, η καρδιά της έρχονταν στα μάτια της.
 Κι  αγκάλιαζε πιο πολύ το μαξιλάρι.
Φόρεσε το παλτό πάνω από τις πυτζάμες της, κι εκείνα τα κόκκινα μποτάκια. Εικόνα παράταιρη, το δίχως άλλο. Έκλεισε πίσω της την πόρτα της πολυκατοικίας και κατευθύνθηκε  αυθόρμητα στη θάλασσα. Αναμφίβολα την λύτρωνε η θάλασσα. Περπατούσε στη βροχή με τα κόκκινα μποτίνια της, λασπώθηκαν κι αυτά,τι την ενοιαζε. Αυτός δε θα την έβλεπε. Ποτέ δεν την έβλεπε. Την κοιτόυσε μόνο, σαν εξώφυλλο. Άγρια χαράματα, κι έβρεχε ακατάπαυστα. Τυχερή ήταν. Κανείς δε θα την έβλεπε που έκλαιγε. Σταγόνες τα δάκρυά της, όπως της βροχής,  σε κοινή ροή που υπάκουε στο νόμο της βαρύτητας. Όλα προς τα κάτω. Σταμάτησε για μια στιγμή μονάχα κάτω από ένα υπόστεγο. Για δες τί εφευρίσκουν οι άνθρωποι για να γλιτώνουν τη βροχή, αντί να αφήνονται στην καθαρτήρια δράση της. Όλα τα αν, τα εφόσον, τα όταν..Δε θα έπρεπε να είχε αξιώσεις απτον τόσο κλειδωμένο κόσμο του. Στην ψυχή του δε φτάνει κανείς ούτε δια ξηράς, ούτε δια θαλάσσης. Ασυμπτωτοι κόσμοι. Ασύμπτωτοι χρόνοι.
Τυλίχτηκε με το κασκόλ, πήρε μια βαθιά θαλασσινή, νυχτερινή ανάσα και πήρε το δρόμο προς τα πίσω. Τσαλαβουτώντας τα λασπωμένα  κόκκινα μποτάκια της στα νερά.