Πέμπτη, 7 Νοεμβρίου 2013

Κι όταν ξάπλωνε το βράδυ, η καρδιά της έρχονταν στα μάτια της.
 Κι  αγκάλιαζε πιο πολύ το μαξιλάρι.
Φόρεσε το παλτό πάνω από τις πυτζάμες της, κι εκείνα τα κόκκινα μποτάκια. Εικόνα παράταιρη, το δίχως άλλο. Έκλεισε πίσω της την πόρτα της πολυκατοικίας και κατευθύνθηκε  αυθόρμητα στη θάλασσα. Αναμφίβολα την λύτρωνε η θάλασσα. Περπατούσε στη βροχή με τα κόκκινα μποτίνια της, λασπώθηκαν κι αυτά,τι την ενοιαζε. Αυτός δε θα την έβλεπε. Ποτέ δεν την έβλεπε. Την κοιτόυσε μόνο, σαν εξώφυλλο. Άγρια χαράματα, κι έβρεχε ακατάπαυστα. Τυχερή ήταν. Κανείς δε θα την έβλεπε που έκλαιγε. Σταγόνες τα δάκρυά της, όπως της βροχής,  σε κοινή ροή που υπάκουε στο νόμο της βαρύτητας. Όλα προς τα κάτω. Σταμάτησε για μια στιγμή μονάχα κάτω από ένα υπόστεγο. Για δες τί εφευρίσκουν οι άνθρωποι για να γλιτώνουν τη βροχή, αντί να αφήνονται στην καθαρτήρια δράση της. Όλα τα αν, τα εφόσον, τα όταν..Δε θα έπρεπε να είχε αξιώσεις απτον τόσο κλειδωμένο κόσμο του. Στην ψυχή του δε φτάνει κανείς ούτε δια ξηράς, ούτε δια θαλάσσης. Ασυμπτωτοι κόσμοι. Ασύμπτωτοι χρόνοι.
Τυλίχτηκε με το κασκόλ, πήρε μια βαθιά θαλασσινή, νυχτερινή ανάσα και πήρε το δρόμο προς τα πίσω. Τσαλαβουτώντας τα λασπωμένα  κόκκινα μποτάκια της στα νερά. 

3 σχόλια:

areifatos είπε...

Βροχή καθαρτήρια - λασπωμένα μποτάκια...Welcome back..

Scary Rabbi είπε...

Μόλις αποφάσισα να βγω μια βόλτα στη βροχή.Να σαι καλά.Γράφε...

piXie είπε...

..αντιφάσκει καμιά φορά το μέσα με το έξω

χαμογελώ, αν όντως σου άνοιξα την πόρτα για αυτή τη βόλτα