Κυριακή, 22 Δεκεμβρίου 2013

Πώς γίνεται-ανυποψίαστος- να πιστεύεις ότι δε σε ξέρει κανείς δικός μου; Σε έχουν δει πάνω μου, σε φέρω στο δέρμα μου...πλένω τον εαυτό μου και πλένω και σένα μαζί πάνω μου..  σε εκπέμπει το κορμί μου σε κάθε του κίνηση. Στις κόρες των ματιών μου γυαλίζει το είδωλό σου...είμαι εμποτισμένη, ξεχειλίζω από εσένα...πώς αλλιώς να στο πω;

Βουβό το σπίτι, ακατοίκητο από την ώρα που έφυγες, γιατί εσύ το γέμιζες απολαυστικά ασφυχτικά αυτό το σπίτι, κι εμένα...Πονάει το δέρμα, το στομάχι μου...το στήθος μου κάθε που ανασαίνω..από την απουσία σου.. κι από τις λέξεις που φτάνουν στη γλώσσα μου, στα δόντια μου κι εξορίζονται πίσω στο στομάχι μου ανείπωτες...νιώθω κάθε λέξη να κατεβαίνει τον οισοφάγο μου, σαν τη σκληρή αμάσητη μπουκιά... γιατί αγάπη μου πάντα ο ένας από τους δυο μας άπλωνε το χέρι να σηκώσει τον άλλο ..." μη φοβάσαι, όλα θα πάνε καλά...κι αν δεν πάνε, έχεις εμένα....", κι ας μην έχω τώρα άλλη ανάσα απ´τη δική σου να ζεσταίνει τον αυχένα μου τις νύχτες. Ανακάθισα στο κρεβάτι, ανόρεχτα άφησα τα πέλματά μου στο ψυχρό μάρμαρο...κρυώνω πολύ χωρίς εσένα...ρούχα πεταμένα στο πάτωμα, εξαντλημένα, το είχαν επιτελέσει το χρηστικό τους καθήκον...θυμάσαι που ξυπνούσαμε μετά από νύχτες εξωστρέφειας της σάρκας και τα μάζευες από κάτω και με πρόσεχες, και  δε σε χόρταινα να μ´ αγαπάς, γιατί εσύ ήσουν για μένα, δεν υπάρχει τρόπος να στο εξηγήσω, δεν εξηγούνται όλα τα πράγματα, δεν περιγράφεται η ματιά, η κίνηση, ο ήχος της φωνής σου...κι οι εκρηκτικές συμπήξεις τους μέσα μου.. Έβαλα καφέ στην μπλε σου κούπα, και βούλιαξα στον καναπέ, δίπλωσα τα πόδια μου κάτω από το πουλόβερ σου...πάλι το φορούσα, σε φορούσα...Να ´σαι στην οθόνη μου...καλημέρα και τα νέα της μέρας σου... Αποστρέφομαι την τεχνολογία κάτι τέτοιες ώρες..μου στερεί το γραφικό σου χαρακτήρα, τη βιασύνη ή την καλλιγραφία σου, τις παύσεις, τις μουντζούρες σου, τα χείλη σου να εκφέρουν λόγια μόνο για μένα, ή έστω το χαρτί που έπιασαν τα χέρια τα δικά σου να μου γράψεις.

Και ξέρεις τι είναι αυτό που δεν αντέχω; Εξαντλείται η φαντασία μου τελευταία, κάθε που σε σκέφτομαι. Πρέπει να συγκεντρωθώ πολύ να φέρω στο νου μου την πιο μικρή λεπτομέρεια του προσώπου σου, τη μυρωδιά στο λαιμό σου. Κι έπειτα δεν ξέρω σε ποιό μικρόκοσμο να σε τοποθετήσω... σε ποιά κούπα πίνεις τον καφέ σου όταν ξυπνάς -άσε με να στον φτιάξω εγώ-... ποιό τραγούδι σιγοτραγουδάς...πώς έφτιαξες τα μαλλιά σου και ποιά μπλούζα φόρεσες, ποιούς δρόμους περπατάς-πάρε με μαζί σου-... τι βλέπεις απ'το παράθυρο του σπιτιού σου-άνοιξε την κουρτίνα να μας ζεστάνει το φως-..  ποιό χέρι άγγιξες σήμερα- δεν ήταν το δικό μου;-..

Άκουσες; Κρυώνω πολύ χωρίς εσένα...

"Καλημέρα μωρό μου, μη φοβάσαι, όλα θα πάνε καλά, κι αν δεν πάνε...εσύ από πάντα είχες εμένα"

Σάββατο, 7 Δεκεμβρίου 2013

Νοερώς

Από μακριά αναγνώρισα τη βάδισή σου...ντυμένος κομψά, με βήμα επιβλητικό της αντρικής σου παρουσίας. Ψηλός, βαθύφωνος, φυσιογνωμία ευγενική, φτιαξιά ευλογημένη, η στίλβη σου έλκυε τα βλέμματα των γυναικών, εγώ σε ερωτευόμουν κάθε φορά και περισσότερο για το όλο σου. Το βλέμμα σου με διαπέρασε εγκάρσια, ζεστάθηκαν οι χτύποι της καρδιάς μου απ' τον ήλιο που ξεχείλιζε απ' τις τσέπες σου, ενέτεινα τα βήματα μου μαγνητικά προς το μέρος σου, χρόνος άλλος να μη σπαταληθεί. Τα πρόσωπά μας ακούμπησαν θυμάμαι, με σήκωσες και με στριφογύρισες στον κρύο αέρα...-σαν το κοριτσάκι που αιωρούσε κάποτε ο πατέρας στα δυνατά του χέρια, τότε που όλα ήταν πιθανά, ο κόσμος ασφαλής κι ανέμελος, τα μπάνια και τα παγωτά τα καλοκαίρια -δόξα τω Θεώ- πολλά, τα χρόνια κυλούσαν βασανιστικά αργά...βιαζόμουνα να μεγαλώσω...μεγάλωσα αργότερα πρόωρα της ηλικίας μου. Απότομη έκδυση δέρματος, σαν τα έρποντα ζώα.. ο χρόνος ανυπόφορος μέχρι να σκληρύνει το νέο περίβλημα...ξυπνούσα κάποτε στον ύπνο μου να μετρήσω τα μέλη που μου έλειπαν.. πάλι καλά που οι φθορές στο επίδερμα άφησαν ανέγγιχτη την καρδιά και ποτέ δεν έχασα τον ακάματο παιδικό ενθουσιασμό μου για ζωή, δανεισμένο πια σε σώμα γυναίκας...- με ακούμπησες στη γη...Πόση ώρα με ταξίδευες εκεί πάνω κι οι σκέψεις μου διέτρεξαν ολόκληρη ζωή.. Άνοιξες το παλτό σου και μ' άφησες ν' ακουμπήσω μαλακά πιο κοντά στην καρδιά σου, τυλίγοντάς το γύρω μου προστατευτικά μέσα στο κρύο...και χάθηκε το πρόσωπό μου στο κασκόλ σου -νικοτίνη κι άρωμα... αγαπούσα το κάθετί πάνω σου- στο λαιμό σου..., θυμάμαι..κι ήμουνα ευτυχισμένη, πλήρης, γιατί σε κανένα άλλο μέρος του κόσμου δε θα 'θελα να είμαι, παρά στο λαιμό και την καρδιά σου.
Αράδιασα μερικά λόγια ασυνάρτητα, κατάπια όλα όσα ήθελα να πω, αυτοεπιβάλλοντας λογοκρισία στον υπόγειο συναισθηματικό κόσμο που μέσα μου ογκώνονταν κάθε που σε έβλεπα. Τα ήξερες όλα.  Με έσφιξες πάνω σου πιο δυνατά...κι αρνήθηκα να σε στερηθώ ξανά.