Πέμπτη, 27 Μαρτίου 2014

άλικα βράδια

      H βραδιά ξεπερνούσε την ανοιξιάτικη, ήταν σχεδόν καλοκαιρινή…το τέλειο άλλοθι ανησυχίας κι έξαψης. Το χλιαρό νερό κυλούσε στην πλάτη της, τη χαρτογραφούσε ατημέλητα και προσωρινά,  σχημάτιζε ρυάκια διαδρομής μέχρι τις φτέρνες και τη χαλάρωνε…Τυλίχτηκε με το φρεσκοπλυμένο της μαλακό μπουρνούζι, τι θαλπωρή,  και ξυπόλητη οδηγήθηκε στην κρεβατοκάμαρα, αφήνοντας πίσω της υγρά αποτυπώματα πελμάτων. Το λάτρευε να περπατάει ξυπόλητη χειμώνα καλοκαίρι. Τα χείλη της χαμογέλασαν πονηρά…σε κάποια άλλη ζωή, θα έπρεπε να ζούσε μποέμικα!  Αν δεν την εμπόδιζαν αυτές οι κοινωνικές συμβάσεις για..  ώρες κοινής ησυχίας και η διαγωγή που είχε από τη μάνα της, θα θελε να βάλει στη διαπασών το τραγούδι του ισπανού που της είχε καρφωθεί στο νου και να κάνει τη δεύτερη φωνή, ξεφωνίζοντας παράφωνα, δίνοντας μια μικρή ιδιωτική παράσταση σκαρφαλωμένη στο κρεβάτι, αυτή κι ο απελευθερωμένος εαυτός της!
     … Τι φοράνε πάλι; Κάθε γυναίκα που σέβονταν τον εαυτό της είχε επαναλάβει τη φράση αυτή αρκετές φορές στη ζωή της, όρθια μπροστά σε μια ντουλάπα υπερχειλισμένη, με μια δόση αγανάκτησης. A,να! Απόψε θα φορούσε, πάνω από το μαύρο δαντελένιο σετ, αυτή τη φούστα τη λίγο αέρινη που συνόδευε πιστά κάθε της κίνηση… την ταίριαξε με στενό ημιδιαφανές λευκό πουκάμισο…και μια ζώνη ψηλά στη μέση. Τόνιζε υπέροχα τις γυναικείες της καμπύλες. Και τέλος τα παπούτσια…Στάθηκε αναποφάσιστη ανάμεσα στα ανοιχτά φύλλα της ντουλάπας, μύρισε το γνήσιο αφόρετο δέρμα. Τα μάτια της περιπλανήθηκαν με λατρεία στα παρατεταγμένα ζεύγη των ψηλοτάκουνων παπουτσιών της… Ήταν ο θησαυρός της, το κρυφό της φετίχ.. Τα είχε όλα, ένα ένα, ποθήσει πριν τα αποκτήσει. Λίγα τα ζευγάρια σε αριθμό…αλλά η σχέση της με καθένα από αυτά ήταν κατά κάποιο τρόπο ερωτική… τη μαγνήτιζαν, ανεξήγητα την έλκυαν παράφορα, αμοιβαίο πλησίασμα…έπρεπε να τα κάνει δικά της. Από τη βιτρίνα αναγνώριζε εκείνα που ταίριαζαν γάντι στο πόδι και την προσωπικότητά της, και σαν οτιδήποτε απαγορευμένο, ποτέ μα ποτέ δεν της ήταν αρκετά. Στάθηκε αναποφάσιστη για μερικά δευτερόλεπτα ακόμη…. Αυτά! Τα αγαπημένα της…Τα φορούσε σε εξαιρετικές περιπτώσεις, όταν η γυναίκα ξεχείλιζε από μέσα της…τα μαύρα δερμάτινα ιταλικά πέδιλα, με το ψηλό και λεπτό στιλέτο τακούνι, τη διακριτική λεοπάρ λεπτομέρεια, τα περίτεχνα λουράκια που κατέληγαν γύρω από τον λεπτεπίλεπτο αστράγαλό της... Θέμα ισορροπίας δεν υπήρχε. Μόλις και το δεύτερο λουράκι αγκάλιαζε το δέρμα της, γίνονταν προέκταση του ποδιού της…οι γάμπες κι οι σφιχτοί  μηροί της σμηλεύονταν σε κάθε βήμα… ο επιβλητικός ήχος δήλωνε θηλυκή παρουσία… προπορεύονταν η εντύπωση της όψης και απαιτούσε την προσοχή.
    Κοιτάχτηκε ικανοποιημένη μια τελευταία φορά στον καθρέφτη, προαιώνια ενστικτώδης συνήθεια του γυναικείου φύλου. Έλυσε τα μακριά μαύρα μαλλιά της.. χύθηκαν ελεύθερα σα χείμαρρος στην πλάτη της.. Λίγο άρωμα…από αυτό που φορούσε χρόνια.. χαμηλά στη βάση του λαιμού.. και στα μαλλιά, να το εκπέμπουν οι πόροι του δέρματος σε κάθε κίνηση.. σε κάθε έκκριση.. σε κάθε πέρασμα και σε κάθε πλησίασμα… να υπνωτίζει τις μύτες των ανδρών, να αφυπνίζει τις αισθήσεις τους, να ξυπνάει θύμησες… Δεν ήταν πια το κοριτσάκι των φοιτητικών της χρόνων. Ήταν γυναίκα…με χείλη σαρκώδη μπορντό και  με βλέμμα διαπεραστικό και επίμονο… Η ματιά της κάρφωνε… έγδερνε… έλκυε… απωθούσε… παρέσυρε…έλαμπε… αγκίστρωνε και αγκιστρώνονταν… Αν μη τι άλλο αντανακλούσε το πάθος της…Πάθος για καθετί. Για εκείνον. Για τη ζωή. Για τη στιγμή. Το έβλεπε κανείς στις εκφράσεις του προσώπου της, στον εγκάρδιο χαιρετισμό της, στο ειλικρινές χαμόγελο, στον αυθορμητισμό, στις έντονες κινήσεις της όταν μιλούσε, στον τρόπο που έμπαινε σε ένα χώρο και τον έκανε δικό της…Και το αντανακλούσε παντού αυτό το πάθος, αλλά το χάριζε μόνο σε εκείνους που της το καθρέφτιζαν. Αυτό θαύμαζαν και φοβόνταν πιο πολύ οι άντρες πάνω της, αυτό λάτρευε εκείνος σε αυτή.  Ήταν γυναίκα και κοριτσάκι μαζί... Άφηνε να δείχνει ότι ακολουθεί τη βούληση των άλλων, αλλά ήξερε πολύ καλά να έχει τον έλεγχο. Ήταν ευγενική, υπάκουη και βολική, και την αμέσως επόμενη στιγμή γίνονταν δυναμική, ατίθαση και ανυπότακτη.
    … Η πόρτα έκλεισε πίσω της με θόρυβο.

[συνεχίζεται]